Posted on Ιαν 4, 2015 | 0 comments

Η κατάθλιψη σε αιμοκαθαιρόμενους ασθενείς

Μαυροματίδης Κώστας

Δ/ντής Νεφρολογικού Τμήματος Κομοτηνής, 30.05.2014

 

Μία από τις πιο δύσκολες ομάδες νόσων με τις οποίες καλείται ο νοσηλευτής να εργαστεί, είναι οι ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, λόγω της πολυπλοκότητας και της πολυδιάστατης φύσης των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν

Εκτός από τις διάφορες βιολογικές διαταραχές, κυρίως μεταβολικού τύπου, που μπορεί να επηρεάσουν την ψυχική κατάσταση, τα θεραπευτικά προγράμματα όπως η εξωνεφρική κάθαρση (αιμοκάθαρση), επιβαρύνουν την ήδη επηρεασμένη βιολογική, ψυχολογική και κοινωνική τους οντότητα

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει την κατάθλιψη ως τη δεύτερη πιο συχνή χρόνια νόσο και οικονομικά ζημιογόνο, η οποία θα επηρεάσει στις επόμενες 10ετίες τον πληθυσμό που δεν έχει κάποια διαγνωσμένη σωματική ή ψυχική νόσο

Σε ασθενείς με σωματική ή ψυχιατρική νόσο, η κατάθλιψη εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση, ενώ είναι δυσκολότερο να θεραπευτεί σε σχέση με τους ασθενείς που πάσχουν μόνο από κατάθλιψη

Στους ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο τελικού σταδίου η κατάθλιψη αποτελεί συχνό φαινόμενο, που είναι αποτέλεσμα όλων των επιπτώσεων που έχει η νόσος στη ζωή τους, περιλαμβάνοντας την απώλεια των νεφρών, της σεξουαλικής δραστηριότητας, του οικογενειακού ρόλου και της σωματικής κινητικότητας

Έχει βρεθεί ότι περίπου το 20-30% των ασθενών με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου, που βρίσκονται σε πρόγραμμα αιμοκάθαρσης πάσχει από κατάθλιψη. Η διακύμανση αυτή οφείλεται στο ότι η κάθε μελέτη χρησιμοποιεί διαφορετικά όργανα μέτρησης της κατάθλιψης ή ακόμη κι όταν χρησιμοποιείται το ίδιο όργανο, εξαρτάται πάντοτε από το που θα τεθεί το όριο για τη διάγνωση της κατάθλιψης

Η κατάθλιψη σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, που υπόκεινται σε αιμοκάθαρση έχει σχετιστεί θετικά με αυξημένη θνητότητα, είναι παράγοντας που επηρεάζει τη σεξουαλική δυσλειτουργία στους πάσχοντες άνδρες, είναι αιτία για μείωση των κινήτρων για αυτοσυντήρηση, ευθύνεται για συχνές επανεισαγωγές στα νοσοκομεία και είναι παράγοντας ο οποίος αυξάνει τις πιθανότητες για οικιοθελή απόσυρση από την αιμοκάθαρση ή την περιτοναϊκή κάθαρση. Επίσης είναι αποδειγμένο ότι η κατάθλιψη αποτελεί αιτία για αυτοκτονικές τάσεις και οι αιμοκαθαιρόμενοι που πάσχουν από κατάθλιψη έχουν 84% μεγαλύτερη πιθανότητα να διαπράξουν αυτοχειρία απ’ ότι ο γενικός πληθυσμός

Τα έτη που ένας ασθενής υποβάλλεται σε αιμοκάθαρση δεν βρέθηκε να έχουν στατιστικά σημαντική συσχέτιση με την εμφάνιση κατάθλιψης, παρόλο που οι μέσοι όροι αναδεικνύουν μία ήπιας μορφής καταθλιπτική συνδρομή στο 1ο με 2ο έτος και στα 6-10 έτη αιμοκάθαρσης

Σε μελέτες αναφέρεται ότι το φύλο αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου και αυξάνει 0,8 φορές την πιθανότητα για εμφάνιση κατάθλιψης στο γυναικείο φύλο

Σε μελέτες ασθενών που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση και έχουν συνυπάρχουσα νόσο, εκτός από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, βρέθηκε ότι έχουν κατά μέσο όρο ήπια καταθλιπτική συνδρομή

Ένας άλλος παράγοντας που βρέθηκε να διαφοροποιεί την επίπτωση της κατάθλιψης στο δείγμα μελέτης ήταν ο αριθμός των αιμοκαθάρσεων. Οι ασθενείς που έκαναν πάνω από 3 φορές την εβδομάδα αιμοκάθαρση δεν είχαν κάποια μορφή καταθλιπτικής συνδρομής, ενώ όσοι έκαναν λιγότερο από 3 είχαν κατά μέσο όρο ήπια καταθλιπτική συνδρομή

Το επίπεδο εκπαίδευσης βρέθηκε να είναι στατιστικά σημαντικό και οι ασθενείς που είχαν λάβει ανώτατη εκπαίδευση να μην εμφανίζουν καμία μορφή καταθλιπτικής συνδρομής, ενώ όσοι είχαν μόνο υποχρεωτική ή μέση εκπαίδευση να εμφανίζουν ήπιας μορφής κατάθλιψη. Η καλύτερη εκπαίδευση δίνει τη δυνατότητα στον ασθενή να αποκτήσει καλύτερες ψυχολογικές άμυνες κατά της κατάθλιψης

Τέλος, οι ασθενείς που δήλωναν καλύτερη σχέση με το προσωπικό του τμήματος εμφανίζουν χαμηλότερο μέσο όρο κατάθλιψης, εύρημα το οποίο υποδηλώνει ότι η καλή σχέση με το προσωπικό έχει ευεργετικές επιδράσεις στην ψυχική υγεία των ασθενών

Οι νοσηλευτές νεφρολογίας μπορεί να αποτελέσουν τον κρίκο που θα βοηθήσει στην έγκαιρη αναγνώριση των ασθενών με υψηλό κίνδυνο για εμφάνιση κατάθλιψης

[Από: Κάτση ΧΜ, Γκράμο Λ, Μπομπάι ΔΕ, Τριφόνη Ρ, Χριστοπούλου Ι. Νοσηλευτική 2013, 52(1): 93-100]