Posted on Νοέ 8, 2013 | 0 comments

Doctor’s Guide-5 (διουρητικά)

Μαυροματίδης Κώστας

Δ/ντής Νεφρολογικού Τμήματος Κομοτηνής, 11.03.2012

 

Position of indapamide, a diuretic with vasorelaxant activities, in antihypertensive therapy. Waeber B, Rotaru C, Feihl F. Expert Opinion on Pharmacotherapy 13 (10), 1515-26 (Jul 2012)

 

Υπάρχει η ανησυχία ότι προκαλείται από τα διουρητικά μεταβολή των επιπέδων του K+ στον ορό, που μπορεί να έχει δυσάρεστες επιπτώσεις σε υπερτασικούς ασθενείς. Η μελέτη της αντιϋπερτασικής και υπολιπιδαιμικής θεραπείας για την πρόληψη της καρδιακής προσβολής, κατέστησε δυνατό να εξετάσει τις συνέπειες των παρατηρούμενων μεταβολών στο Κ+ κατά τη διάρκεια της συμβατικής του χρήσης.

Νορμοκαλιαιμικοί που συμμετείχαν τυχαιοποιήθηκαν σε αυτούς που έλαβαν χλωροθαλιδόνη έναντι της αμλοδιπίνης ή της λισινοπρίλη. Ένα έτος μετά η συχνότητα της υποκαλιαιμίας με την χλωροθαλιδόνη (12,9%) διέφερε από αυτή της αμλοδιπίνης (2,1, p<0,001) και ήταν μεγαλύτερη με την λισινοπρίλη (3,6%) έναντι της χλωροθαλιδόνης (1,2, p<0,01) ή της αμλοδιπίνης (1,9, p<0,01). Στεφανιαία νόσος εμφανίστηκε στο 8,1% με υποκαλιαιμία, στο 8,0% με νορμοκαλιαιμία και στο 11,1% με υπερκαλιαιμία. Συνολικά, η θνησιμότητα ήταν υψηλότερη στους υποκαλιαιμικούς σε σχέση με τους νορμοκαλιαιμικούς, με στατιστικά σημαντική διαφορά (p<0,01) μεταξύ των ποσοστών κινδύνου για τις 3 ομάδες θεραπείας. Η υπερκαλιαιμία σχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, χωρίς σημαντικές αλληλεπιδράσεις με τη θεραπεία. Στην πράξη σπάνια εμφάνιση υπερκαλιαιμίας σχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

Η υποκαλιαιμία σχετίστηκε με αυξημένη θνησιμότητα. Ωστόσο, η στατιστικά σημαντική ετερογένεια των δεικτών κινδύνου σ’ όλες τις ομάδες θεραπείας αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι η παρατηρούμενη αύξηση της θνησιμότητας είναι άσχετη με τις συγκεκριμένες συνέπειες της χλωροθαλιδόνης. Έτσι, για τους περισσότερους ασθενείς, οι ανησυχίες για τα επίπεδα του Κ+ δεν θα πρέπει να επηρεάσει την απόφαση του γιατρού σχετικά με την έναρξη της θεραπείας της υπέρταση χαμηλής με χαμηλές ή μέτριες δόσεις θειαζιδικών διουρητικών (12,5-25,0 mg της χλωροθαλιδόνης).

______________________________

Τα διουρητικά παίζουν κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση της υπέρτασης. Μία μεγάλη πείρα έχει συσσωρευτεί με την ινδαπαμίδη, ένα μακράς δράσης θειαζιδικό διουρητικό, το οποίο μειώνει την αρτηριακή πίεση (ΑΠ), κυρίως διαμέσου της νατριουρητικής διουρητικής της δράση. Ορισμένες από τις μακροχρόνιες αντιϋπερτασικές της δράσεις μπορεί να οφείλονται σε δραστηριότητες αγγειοχάλασης όπως αυτές που έχουν οι ανταγωνιστές ασβεστίου. Η ινδαπαμίδη έχει προστατευτικές επιδράσεις σε μία ποικιλία από καταστάσεις που σχετίζονται με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο, όπως ο διαβήτης, η υπερτροφία της αριστεράς κοιλίας, η νεφροπάθεια και το εγκεφαλικό επεισόδιο. Είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στη μείωση της ΑΠ, είτε δίδεται μόνη ή σε συνδυασμό. Η ινδαπαμίδη είναι καλά ανεκτή και έχει το πλεονέκτημα ότι δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις στο μεταβολισμό της γλυκόζης και των λιπιδίων. Σήμερα, τα θειαζιδικά διουρητικά, θεωρούνται όλο και περισσότερο φάρμακα που προτιμώνται, όταν είναι απαραίτητη η διουρητική θεραπεία για τη μείωση της ΑΠ. Ο σκοπός μιας μελέτης ήταν η ανασκόπηση της πείρας που έχει αποκτηθεί με την ινδαπαμίδη. Περιορίζεται σε κλινικές μελέτες που έχουν σημασία για την καθημερινή διαχείριση των υπερτασικών ασθενών, έστω κι αν δεν παρουσιάζουν καρδιαγγειακή ή νεφρική νόσο.

Η ινδαπαμίδη εξαιτίας της καλά τεκμηριωμένης ευεργετικής της επίπτωσης στην καρδιά και στους νεφρούς, αντιπροσωπεύει μία ασφαλή και πολύτιμη επιλογή για θεραπεία ασθενών με υψηλή ΑΠ. Υπάρχει, ωστόσο, ακόμη περιθώριο για νέες δοκιμές για την αξιολόγηση του συνδυασμού της παρούσας διουρητικού με άλλους τύπους αντιϋπερτασικών φαρμάκων, ειδικότερα ενός ανταγωνιστή των διαύλων ασβεστίου, όπως η αμλοδιπίνη. Υπάρχει επίσης η ανάγκη να γίνει σύγκριση του συνδυασμού της ινδαπαμίδης-περινδοπρίλης με την ινδαπαμίδη-αμλοδιπίνη, όσον αφορά στην αντιϋπερτασική αποτελεσματικότητα, την ανεκτικότητα και τις επιπτώσεις στη βλάβη των οργάνων-στόχου και ιδεατά στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα.